Εμβόλια: Υπάρχει ακόμη περιθώριο αμφισβήτησης;

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ο εμβολιασμός θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά επιτεύγματα δημόσιας υγείας και αποτελεσματικά εργαλεία για την προώθηση της υγείας και την πρόληψη των ασθενειών με ουσιαστικά κοινωνικοοικονομικά οφέλη.

Μετά την εφαρμογή του πρώτου εμβολίου κατά της ευλογιάς από τον Edward Jenner το 1796 η εκτεταμένη ανάπτυξη και χρήση των εμβολίων κατά τον προηγούμενο αιώνα οδήγησε σε σημαντική μείωση των νέων περιπτώσεων και των θανάτων από ασθένειες που προλαμβάνονται με τον εμβολιασμό. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ο εμβολιασμός θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά επιτεύγματα δημόσιας υγείας και αποτελεσματικά εργαλεία για την προώθηση της υγείας και την πρόληψη των ασθενειών με ουσιαστικά κοινωνικοοικονομικά οφέλη (αυξημένο προσδόκιμο ζωής και παραγωγικότητας, ενισχυμένο σύστημα υγείας, μειωμένη παιδική θνησιμότητα και αντίσταση στα αντιβιοτικά). Η ανοσοποίηση γενικά θεωρείται μία από τις πιο επιτυχημένες ιατρικές παρεμβάσεις και έχει ανακουφίσει τους ανθρώπους από την τεράστια ταλαιπωρία των ασθενειών που προλαμβάνονται με τον εμβολιασμό.

Παρ’ όλ’ αυτά, δεν συμμερίζονται όλοι τις απόψεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της πλειοψηφίας της επιστημονικής κοινότητας. Η αντίθεση στον εμβολιασμό και η διαμάχη διαρκούν εδώ και μεγάλο διάστημα, καθώς οι άνθρωποι, ακόμη και στις αρχικές φάσεις του εμβολιασμού, εξέτασαν το θέμα με σκεπτικισμό. Πολλοί γονείς ήταν ενάντια στον εμβολιασμό για θρησκευτικούς λόγους, ενώ άλλοι θεωρούσαν ολόκληρη τη διαδικασία ως παραβίαση της προσωπικής τους ελευθερίας, ιδίως μετά την εφαρμογή, κατά τον 19ο αιώνα, υποχρεωτικών πολιτικών εμβολιασμού. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 200 ετών σχηματίστηκαν σε διάφορες πόλεις και χώρες σε όλο τον κόσμο ομάδες αντίθετες στον εμβολιασμό οι οποίες εκμεταλλεύτηκαν τo χαμηλό επίπεδο γνώσεων του πληθυσμού για ζητήματα υγείας προκειμένου να προσελκύσουν περισσότερους υποστηρικτές και να προωθήσουν τις απόψεις τους. Τα τελευταία χρόνια το κίνημα κατά του εμβολιασμού απέκτησε προοδευτικά περισσότερη δύναμη πριν γίνει πολύ δημοφιλές μέσω του διαδικτύου και των κοινωνικών μέσων στις αρχές του αιώνα. Η διαμάχη για το εμβόλιο διφθερίτιδας-τετάνου-κοκκύτη (DTP), που ξέσπασε παγκοσμίως κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970, βασίστηκε σε μια πιθανή σύνδεση μεταξύ του εμβολίου και της ανάπτυξης ορισμένων νευρολογικών καταστάσεων, με αποτέλεσμα να ρίξει το ποσοστό εμβολιαστικής κάλυψης και να οδηγήσει σε 3 μεγάλες επιδημίες κοκκύτη. Ομοίως, πιθανή συσχέτιση του εμβολίου έναντι της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς (MMR) με τον αυτισμό οδήγησε σε τεράστια διαμάχη από το 1998 και μετά και, παρά το γεγονός ότι αποδείχθηκε ότι βασίστηκε σε δόλια στοιχεία και οδήγησε στην ανάκληση της σχετικής μελέτης, εξακολουθεί να αποτελεί τον πυρήνα των θεωριών συνωμοσίας που σχετίζονται με τον εμβολιασμό. Επιπλέον, μια χημική ένωση που περιέχει υδράργυρο, η θειομερσάλη, και χρησιμοποιήθηκε ως συντηρητικό σε εμβόλια συνδέθηκε χωρίς ουσιαστική απόδειξη με τον αυτισμό και οδήγησε στην προληπτική απομάκρυνσή της από το 1999 και μετά.4 Σήμερα πολλές διάσημες προσωπικότητες (ηθοποιοί, τραγουδιστές, πολιτικοί κ.α.) έχουν υιοθετήσει τις απόψεις του κινήματος κατά του εμβολιασμού και τις μοιράζονται με τα εκατομμύρια των ακολούθων τους στα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης προκειμένου να προσελκύσουν υποστήριξη και προσοχή προς το κίνημα παρά την πληθώρα επιστημονικών δεδομένων που οδηγούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ως αποτέλεσμα, εσφαλμένες αντιλήψεις διαμορφώνονται σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, εν μέρει λόγω του χαμηλού επιπέδου γνώσεων σχετικά με ζητήματα υγείας, και μετατοπίζουν την προσοχή από τα εμφανή οφέλη των εμβολιασμών προς τη δυνητική εμφάνιση παρενεργειών.

Η «διστακτικότητα προς τα εμβόλια» θεωρείται ότι αποτελεί έκφραση της χαμένης εμπιστοσύνης προς τον εμβολιασμό και αντικατοπτρίζει τις αυξανόμενες ανησυχίες μιας ετερογενούς ομάδας που περιλαμβάνει όχι μόνο μη εμβολιασμένα άτομα αλλά και άτομα που έχουν εμβολιαστεί. Η συμπεριφορά που παρατηρείται από άτομα που διστάζουν να εμβολιαστούν χαρακτηρίζεται από μειωμένη εμπιστοσύνη προς το ίδιο το εμβόλιο ή/και τον πάροχο, εφησυχασμό λόγω της αντίληψης ότι τα εμβόλια δεν χρειάζονται και ευκολία σχετικά με την πρόσβαση στην υγεία. Ως αποτέλεσμα, πολλοί αρνούνται εντελώς τα εμβόλια ενώ άλλοι αποδέχονται όλα τα εμβόλια παρά τις αυξανόμενες ανησυχίες τους. Ένα μεγάλο μέρος των ατόμων που διστάζουν να εμβολιαστούν βρίσκονται ανάμεσα στις προαναφερθείσες κατηγορίες καθώς τείνουν να καθυστερούν ή/και να αρνούνται συγκεκριμένα μόνο εμβόλια. Καθώς οι γιατροί και οι νοσηλευτές έρχονται σε άμεση επαφή με τους γονείς, είναι προφανές ότι διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην αποτελεσματική επικοινωνία των επιστημονικών δεδομένων που υποστηρίζουν τη χορήγηση κάθε εμβολίου, προκειμένου να εκπαιδεύσουν σωστά τους γονείς σχετικά με το θέμα και τελικά να επιτύχουν την επιθυμητή εμβολιαστική κάλυψη, καθώς η διστακτικότητα οδηγεί μακροπρόθεσμα σε άρνηση. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να ενισχυθεί ο διάλογος σε όλα τα επίπεδα με τους πολίτες προκειμένου να κατανοηθούν οι ανησυχίες τους και να αντιμετωπιστούν με τεκμηριωμένα βάσει αποδείξεων ιατρικά στοιχεία.

Οι παρενέργειες αποτελούν πράγματι έναν πιθανό κίνδυνο μετά από κάθε εμβόλιο. Ωστόσο, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι παρενέργειες είναι ήπιες και προσωρινές, όπως πυρετός, ερυθρότητα και πόνος στο σημείο της ένεσης, ενώ οι πιο σοβαρές επιπλοκές είναι πολύ ασυνήθιστες και πολλές εξακολουθούν να είναι δυνητικά θεραπεύσιμες. Αντίθετα, τα άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί επαρκώς ή τα άτομα που είναι εντελώς ανεμβολίαστα, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να νοσήσουν από κάποια ασθένεια που προλαμβάνεται με τον εμβολιασμό, ενώ πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουν τις επιπλοκές της ίδιας της νόσου (πνευμονία, εγκεφαλίτιδα, καρκίνο του ήπατος, τύφλωση μεταξύ άλλων ακόμη και θάνατο) καθώς και τις πιθανές επιπλοκές της θεραπείας που θα λάβουν. Όταν τα παραπάνω τοποθετούνται σε μία κλίμακα κινδύνου είναι προφανές ότι τα οφέλη των εμβολίων μακράν υπερέχουν των πιθανών κινδύνων και οι παρενέργειες δεν θα πρέπει να θεωρούνται αποφασιστικός παράγοντας για την διστακτική τάση απέναντι στον εμβολιασμό.

Οι πρόσφατες επιδημίες ιλαράς που έπληξαν τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία κ.α.) καταδεικνύουν σαφώς τους κινδύνους και τις συνέπειες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά και οι ενήλικες όταν καθυστερούν ή αρνούνται τελείως να λάβουν τα συνιστώμενα εμβόλια για την ηλικία τους. Η περίπτωση της Ομοσπονδίας της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης με 4.649 περιπτώσεις ιλαράς πολλές από τις οποίες ήταν ηλικίας 15-19 ετών (κοντά στην πολεμική και μεταπολεμική γενιά του εμφυλίου) επεσήμανε επίσης τις συνέπειες της ατελούς ή/και διακοπτόμενης ανοσοποίησης και τα κενά στον εμβολιασμό λόγω του πολέμου, περίπτωση που είναι παρόμοια με την κατάσταση που πολλοί πρόσφυγες και μετανάστες αντιμετωπίζουν. Η εμβολιαστική κάλυψη δεν ήταν η ιδανική στην πλειοψηφία των χωρών, καθώς μόνο τέσσερις χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ ανέφεραν τουλάχιστον 95% εμβολιαστική κάλυψη και για τις δύο δόσεις εμβολίων έναντι της ιλαράς το 2017. Είναι σαφές ότι η ΕΕ/ΕΟΧ απέχει πολύ από την επίτευξη του στόχου εξάλειψης αυτής της εξαιρετικά μεταδοτικής νόσου, ενώ οι πρόσφατες επιδημίες ιλαράς θα πρέπει να αποτελέσουν μάθημα ζωής προς την ανάγκη επίτευξης υψηλών ποσοστών εμβολιασμού για όλους.

Στην Ελλάδα καταγράφηκαν, επίσης, 3.258 κρούσματα ιλαράς και 4 θάνατοι από 1/5/2017 μέχρι 20/12/2018. Η πλειοψηφία (90%) των ασθενών ήταν Έλληνες και το 70% αυτών ανήκε στην κοινότητα των Ρομά, η οποία χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη όχι μόνο έναντι της ιλαράς αλλά και άλλων ασθενειών που προλαμβάνονται με εμβολιασμό. Αν και η εμβολιαστική κάλυψη για την 1η δόση εμβολίων έναντι της ιλαράς ήταν 99%, υπήρχαν κενά στην κάλυψη για τη 2η δόση. Παιδιά Ρομά ηλικίας κάτω των 14 ετών καθώς και ενήλικες από το γενικό πληθυσμό ηλικίας 25-44 ετών ήταν αυτοί που επηρεάστηκαν περισσότερο. Είναι ενδιαφέρον ότι πολλοί επαγγελματίες υγείας υπέφεραν από την ασθένεια, γεγονός που δείχνει ότι ήταν εντελώς ή εν μέρει ανεμβολίαστοι κατά της ιλαράς. Στο πλαίσιο διενέργειας μαζικών εμβολιασμών χορηγήθηκαν περισσότερες από 46.000 δόσεις εμβολίου MMR σε πρόσφυγες και μετανάστες με άγνωστο ή ασαφές ιστορικό εμβολιασμού από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), τους Γιατρούς του Κόσμου Ελλάδας - στα πλαίσια χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων (1) από την Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας και Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DG ECHO) - και άλλους φορείς, ώστε να προληφθεί η εξάπλωση της επιδημίας στους καταυλισμούς, τις προσωρινές Δομές Φιλοξενίας και τον αστικό ιστό, γεγονός που καταδεικνύει την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων για την επίτευξη των επιθυμητών στόχων.

Ο αριθμός των επαγγελματιών υγείας που πάσχουν από ασθένειες που προλαμβάνονται με εμβολιασμό έχει προκαλέσει ανησυχία στις υγειονομικές αρχές σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο λόγω επαγγέλματος όχι μόνο να νοσήσουν αλλά και να μεταδώσουν λοιμώξεις σε συναδέλφους και ασθενείς.(2)(3) Οι πρόσφατες επιδημίες (συμπεριλαμβανομένης της ιλαράς και της γρίπης) έχουν δείξει ότι πολλoί επαγγελματίες υγείας παραμένουν εν μέρει ή ακόμη και εντελώς ανεμβολίαστοι, παρά το υψηλό επίπεδο γνώσεων που κατέχουν σχετικά με ζητήματα υγείας. Αυτό συμβαίνει γιατί ανησυχούν κυρίως για τις πιθανές παρενέργειες των εμβολίων, ενώ ταυτόχρονα δείχνουν ένα επίπεδο δυσπιστίας προς τις κερδοφόρες φαρμακευτικές εταιρείες.(4) Τα ανεπαρκή ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης των επαγγελματιών υγείας θα πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα προκειμένου αφ’ ενός να προστατευτούν οι ίδιοι αλλά και να λειτουργήσουν ως φραγμός κατά της εξάπλωσης των λοιμώξεων, προστατεύοντας έτσι τους ασθενείς τους (ιδιαίτερα τις υψηλού κινδύνου ομάδες) από τις ασθενείς που προλαμβάνονται με τον εμβολιασμό στη βάση της αρχής «ωφελέειν, ή μη βλάπτειν».(2),(3) Επιπρόσθετα, οι επαγγελματίες υγείας που είναι διστακτικοί προς τον εμβολιασμό δεν συστήνουν σε πολλές περιπτώσεις ορισμένα εμβόλια στους ασθενείς τους και, καθώς αποτελούν αξιόπιστη πηγή πληροφοριών σχετικά με τα εμβόλια, πείθουν τους γονείς να τα παραλείψουν. Το πιο σημαντικό είναι ότι ορισμένοι ιατροί καταδικάζουν ακόμα και δημοσίως τα εμβόλια, μεταφέροντας με αυτό τον τρόπο τις ανησυχίες τους στο γενικό πληθυσμό, γεγονός που οδηγεί σε χαμηλή αποδοχή του εμβολίου από τους ασθενείς. Όταν υπάρχουν ανεπαρκή ποσοστά εμβολιασμού μεταξύ των επαγγελματιών υγείας (όπως συμβαίνει ακόμη και σε χώρες με προγράμματα εθελοντικού εμβολιασμού ειδικά για τους επαγγελματίες υγείας), οι υποχρεωτικές πολιτικές εμβολιασμού, τουλάχιστον κατά των ασθενειών που προλαμβάνονται με εμβολιασμό και εμφανίζουν υψηλά ποσοστά νοσηρότητας και θνησιμότητας, θα μπορούσαν να αποτελέσουν αποδεκτή λύση για την προστασία της δημόσιας υγείας υπό την προϋπόθεση ότι τα οφέλη αντισταθμίζουν τις ανησυχίες σχετικά με την προσωπική αυτονομία.(2),(3)

Εν κατακλείδι, παρά την μεγάλη πρόοδο που έχει σημειωθεί στον αγώνα ενάντια των ασθενειών που προλαμβάνονται με εμβολιασμό κατά τις τελευταίες δεκαετίες, είναι προφανές ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης σε πολλούς τομείς, καθώς παρά τα αδιαμφισβήτητα οφέλη του εμβολιασμού για τη δημόσια υγεία, οι ασθένειες που προλαμβάνονται με τον εμβολιασμό συνεχίζουν να κοστίζουν ζωές, χρήματα και χρόνο. Οι Υπουργοί Υγείας της ΕΕ κάλεσαν πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) να εντείνει τις ενέργειές του και να παρέχει καθοδήγηση για ένα βασικό πρόγραμμα εμβολιασμού, να μοιράζεται επιστημονικά δεδομένα βάσει αποδείξεων και να ελέγχει με μεγαλύτερη ακρίβεια τα ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης μέσω ενισχυμένης συνεργασίας σε ολόκληρη την ΕΕ/ΕΟΧ. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων θα εργαστεί για τη βελτίωση των γνώσεων του πληθυσμού σχετικά με ζητήματα υγείας, παρέχοντας ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την ανοσοποίηση, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η διστακτικότητα προς τα εμβόλια ακόμη και - ίσως το πιο σημαντικό - μεταξύ των επαγγελματιών υγείας. Είναι επιτακτική ανάγκη να αυξηθούν τα ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης για όλες τις ασθένειες που προλαμβάνονται με εμβολιασμό, προκειμένου να μειωθεί ο αριθμός των επιδημιών και ακόμη και να εξαλειφθούν οι ασθένειες αυτές στο μέλλον. Ο προσφυγικός και μεταναστευτικός πληθυσμός πρέπει να εμβολιάζεται κατά την άφιξή του στη χώρα υποδοχής ή το αμέσως προσεχές διάστημα με τα βασικά εμβόλια, λαμβάνοντας επίσης υπ’ όψιν τη χώρα προέλευσής του πριν παραπεμφθεί στο Εθνικό Σύστημα Υγείας ώστε να ακολουθήσει το πρόγραμμα εμβολιασμού ανάλογα με την ηλικία του. Τέτοιες συντονισμένες ενέργειες απέναντι στον διασυνοριακό χαρακτήρα των ασθενειών που προλαμβάνονται με εμβολιασμό θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την πρόληψη ή τον περιορισμό μελλοντικών επιδημιών.

1. ECHO/-EU/BUD/2018/01002 Bridges to context-related health and mental health services for refugees and migrants stranded in Greece,  ECHO/-EU/BUD/2016/01017 Emergency Case Management Unit, ECHO/-EU/BUD/2016/01006 Free and quality health care for migrants and refugees in the migratory process in Greece

2. Galanakis E, Jansen A, Lopalco PL, et al. Ethics of mandatory vaccination for healthcare workers. Euro Surveill. 2013;18(45):20627.

3. Maltezou HC, Theodoridou K, Ledda C, et al. Vaccination of healthcare workers: is mandatory vaccination needed? Expert Rev Vaccines. 2019;18(1):5-13.

4. Karafillakis E, Dinca I, Apfel F, et al. Vaccine hesitancy among healthcare workers in Europe: a qualitative study. Vaccine. 2016;34(41):5013-5020.

O Συγγραφέας

Σωτήρης Παπακωνσταντίνου

Ο Σωτήρης Παπακωνσταντίνου είναι Ιατρικός Συντονιστής προγράμματος των Γιατρών του Κόσμου Ελλάδας

Χριστίνα Σαμαρτζή

Η Χριστίνα Σαμαρτζή είναι Συντονίστρια Προγραμμάτων των Γιατρών του Κόσμου Ελλάδος

Back to Top

Λάβετε τα τελευταία άρθρα στο email σας

Awesome sauce!

Thank you! Your submission has been received!

Oops! Something went wrong while submitting the form :(

Άλλα άρθρα της ίδιας κατηγορίας