Η Ψυχική Υγεία των δοκιμαζόμενων πληθυσμών

Ευάλωτες ομάδες, ευάλωτα άτομα είναι χαρακτηρισμοί που περιγράφουν συνθήκες στις οποίες όλοι οι άνθρωποι κάτω από διαφορετικές ιστορικές προϋποθέσεις μπορούν να περιέλθουν. Αυτό αποκαλύπτεται όταν η ιστορική μνήμη των λαών, ακόμη και εκείνων που σήμερα διαβιούν σε ιδιαίτερα ευημερούντα κράτη, ανασύρει την τραγικότητα συγκρίσιμων στιγμών από το δικό τους παρελθόν με την τωρινή δυστυχία ή και εξαθλίωση ξένων που είναι επαίτες της αλληλεγγύης τους.

Θα ήθελα στο πλαίσιο του διαλόγου που προωθούν οι Γιατροί του Κόσμου για τους ιδιαίτερα δοκιμαζόμενους πληθυσμούς να αναφερθώ επιλεκτικά σε ορισμένα σημεία της ψυχικής τους οδύνης που συσχετίζονται με τις κοινωνικές-οικονομικές και πολιτισμικές αντιξοότητες στις οποίες παραμένουν εκτεθειμένοι. Ιδιαίτερα θα εστιάσω τις απόψεις μου για το προσφυγικό πρόβλημα στις επικοινωνιακές δυσχέρειες που αναπόφευκτα διατρέχουν τις διαφορετικές φάσεις παραμονής των μεταναστών  στις χώρες υποδοχής.  Ευάλωτες ομάδες, ευάλωτα άτομα είναι χαρακτηρισμοί που περιγράφουν συνθήκες στις οποίες όλοι οι άνθρωποι κάτω από διαφορετικές ιστορικές προϋποθέσεις μπορούν να περιέλθουν. Αυτό αποκαλύπτεται όταν η ιστορική μνήμη των λαών, ακόμη και εκείνων που σήμερα διαβιούν σε ιδιαίτερα ευημερούντα κράτη, ανασύρει την τραγικότητα συγκρίσιμων στιγμών από το δικό τους παρελθόν με την τωρινή δυστυχία ή και εξαθλίωση ξένων που είναι επαίτες της αλληλεγγύης τους. Μία ανάλογη σύγκριση επιβάλλεται επίσης αμεσότερα όταν η έκδηλη ή περιθωριοποιημένη ανέχεια συμπολιτών μας παρουσιάζεται εξομοιούμενη με την εισβάλλουσα ένδεια των προσφύγων. Γι αυτούς τους λόγους, μεταξύ άλλων, ταυτιζόμαστε συνειδητά ή ασυνείδητα μαζί τους - έστω και εάν καταφεύγουμε στις αποκαλούμενες ξενοφοβικές προκαταλήψεις απωθώντας τη διαφαινόμενη συμπάθεια. Οι προκαταλήψεις έχουν πάντοτε δύο πλευρές που επισημαίνουν και οι δύο τη δημιουργία μιας σχέσης με αντιθετικά και συμπληρωματικά συναισθήματα. Αν κάτι που  από πάντα προσπαθεί να καταστήσει αποδεκτό η διαπολιτισμική ψυχιατρική είναι η ικανότητα που διαθέτουμε – ή αυτονόητα μας επιβάλλεται – να κατανοήσουμε τους δήθεν άγνωστους μας μέσω των δικών μας προσωπικότερων εμπειριών και βιωμάτων.

Ωστόσο στο επίκεντρο όλων εκείνων που απασχολούνται με τους μετανάστες και πρόσφυγες εγκαθίσταται εξαρχής η επιδιωκόμενη επικοινωνία. Ένα εμπόδιο είναι η γλώσσα που διαθέτουν οι πρόσφυγες οι οποίοι, προερχόμενοι την περίοδο που διερχόμαστε από άλλους πολιτισμικούς κύκλους, αδυνατούν τις στιγμές της μεγάλης απελπισίας κατά την έλευσή τους σε μία ξένη χώρα να χρησιμοποιήσουν το σημαντικότερο οικουμενικό όργανο επικοινωνίας: τη γλώσσα. Η μητρική τους γλώσσα, η οποία κατακλύζεται από την τραυματική ένταση και απαίτηση να εκφέρουν τις συγκινήσεις τους, να διατυπώσουν αμείλικτα ερωτήματα που τους κατατρύχουν,να προσανατολιστούν σ’ έναν αλλότριο κόσμο που επιθυμούν και φοβούνται, είναι,σε μεγάλο βαθμό, αρχικώς αποκλεισμένη από την αυθόρμητη συνομιλία με τους αυτόχθονες – και κατ’ επέκταση με τους θεσμούς που αφορούν την επιβίωσή τους.Οφείλουν να αρκεστούν με την αποκαλούμενη γλώσσα του σώματος, κυρίως με τις αποτυπώσεις των συναισθημάτων στο πρόσωπο και τις χειρονομίες – υποκατάστατα ενός παρακωλυόμενου λόγου τη στιγμή της ισχυρότερης ανάγκης του. Αυτή η αντιξοότητα έχει επισημανθεί ως ένα δείγμα μεγάλης μοναξιάς – την οποία πολλές φορές θέλουμε να αγνοούμε γιατί είναι σε δεδομένα στάδια ανυπέρβλητη. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις εκτυλίσσονται οι πρώτες συνομιλίες υπό το, συχνά εξουθενωτικό,φορτίο της αντιμετώπισης των ομαδικών αφίξεων – όπως απεικονίζονται στις κοινές προσπάθειες κοινωνικών λειτουργών, ψυχολόγων, γιατρών, νοσηλευτριών. Η διαμεσολαβητική παρουσία μεταφραστών δεν διευκολύνει μόνον, αλλά και συχνά προκαλεί  δυσφορία και δυσανεξία στις ομάδες αρωγής γιατί η μεταφορά των περιγραφών και των αιτημάτων δεν είναι κατά την γνώμη τους πάντα επαρκής ή και ειλικρινής. Πολλές φορές συνοδεύεται από υποψίες ή φαντασιώσεις σχετιζόμενες με τις ποικίλες, ατελείς, παραμορφωμένες πληροφορίες που συγκροτούν τις επικοινωνιακές διαμοιβές. Αντιθέτως οι συνεργάτες που μεταγλωττίζουν ξεχωρίζουν συχνά ως φορείς ενός ισχυρότερου εργαλείου κατανόησης, διαίσθησης και αμεσότερης αποδοχής του ανθρώπινου πόνου διεκδικώντας όχι σπάνια έναν παράλληλο θεραπευτικό ρόλο. Η τεράστια κόπωση γενικότερα όλων των συναδέλφων που ασχολούνται για μεγάλες περιόδους με την τραγική μοίρα των προσφύγων δεν μπορεί παρά να έχει ως συνέπεια τη διαρκή ένταση ανάμεσα τους, την εξάντληση της συναισθηματικής τους ετοιμότητας ή την επιθυμία απομάκρυνσης τους από την απελπισία ενός ασφυκτικού περιβάλλοντος,όπως της Λέσβου. Τέτοιες συγκρούσεις, επανερχόμενες και χαρακτηριστικές για τα περισσότερα team, μπορούν να αποβούν γόνιμες για την γνησιότερη προσέγγιση του πρόσφυγα όταν συγκλίνουν σε μία εκατέρωθεν ‘εκμυστήρευση’ των επιθετικότερων συναισθημάτων και σκέψεων που τους διατρέχουν. Νομίζω πως αυτό ευτυχέστερα πραγματοποιείται εφόσον οι συγκρουσιακές και συναδελφικές συνάμα τριβές συνειδητοποιούνται με την παρεμβολή ενός τρίτου συνομιλητή με την ιδιότητα του επόπτη. Κάτι περισσότερο:Μία ανάλογη αποκαλυπτική διαδικασία δεν υποστηρίζει μόνον τη διαπλάτυνση του διαλογικού ορίζοντα, αλλά συμβάλλει στη μελέτη της δημιουργίας των προκαταλήψεων. Ήδη σ’ αυτή την περίοδο πρωταρχικών συγκρούσεων και έλξεων διαμορφώνονται στερεότυπα τα οποία αργότερα ανακαλύπτομε στο εύρος της κοινωνίας. Ας υπογραμμιστεί ήδη εδώ μία σημαντικότατη πλευρά της προβληματικής των προκαταλήψεων: το ότι δεν συναντώνται αποκλειστικά στους γηγενείς παρά και στους πρόσφυγες. Γνωρίζουμε δε πως η μελέτη και ανάλυσή τους συμβάλλει αποφασιστικά- ως μία πολύτιμη αναγνώριση προσυνειδητών στοιχείων της προσωπικότητας - στην βαθύτερη εξιχνίαση αποκρυπτόμενων φαντασιώσεων, δικών μας και των ξένων συνομιλητών μας. Αυτής της μορφής η οικειότητα που προκύπτει από την απελευθέρωση των στοχασμών που εγκυμονούνται είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη κατά την ανάπτυξη του έργου της ψυχιατρικής και ψυχολογίας.

Όσο περισσότερο επεκτείνεται η παραμονή ενός πρόσφυγα στη χώρα που τον φιλοξενεί πληθαίνουν οι δυσκολίες ανακάλυψης της σημασίας των κρατικών θεσμών και του αποτελεσματικού χειρισμού τους. Οι πολιτισμικές διαφορές προστίθενται στην πλήρως απουσιάζουσα ή μερικώς κατακτημένη γλωσσική επικοινωνία έτσι ώστε να συνεχίζεται η παρεμβολή εμποδίων για την υπέρβαση των οποίων απαιτείται η αλληλεγγύη κρατικών ή μη οργανώσεων – όπως λ.χ. των Γιατρών του Κόσμου. Μετά από χρονικό διάστημα παραμονής κάτω από γνωστές στο έπακρον πολλές φορές επιβαρυντικές σωματικές και ψυχικές συνθήκες αρχίζουν ναπολλαπλασιάζονται ή καλύτερα να καθίστανται έκδηλες οι παθολογικές επιπτώσεις στον ψυχισμό του μεταναστευτικού πληθυσμού που έχει αδυσώπητα δεινοπαθήσει.Έχει κατ’ επανάληψη ειπωθεί από συναδέλφους των Γιατρών του Κόσμου ότι οι ψυχιατρικές περιπτώσεις τείνουν να αποτελέσουν τον μεγαλύτερο αριθμό νοσούντων προσφύγων. Και βέβαια σ’ αυτό το πεδίο της ψυχιατρικής, ψυχολογικής δραστηριοποίησης η απαιτούμενη επικοινωνία λαμβάνει και πάλι μία νέα οξύτητα γιατί προσκρούει εξακολουθητικά στην αναζήτηση τρόπων διαπίστωσης και ερμηνείας των βιωμάτων ενός ξένου του οποίου το άλγος εκφράζεται ελλιπώς. Ή, διατυπωμένη ή ίδια άποψη στην παράδοση, της Φαινομενολογίας, ο θεραπευτής οφείλει να οδηγηθεί, να καταδυθεί στο Εγώ του ασθενούς, ενός συγκεκριμένου ατόμου, στην μοναδικότητα ενός ανθρώπου για να καταλάβει τη δυναμική των ψυχικών δεδομένων. Μία τέτοια μετάθεση συντελείται διαμέσου ταυτίσεων που αφορούν τη γλώσσα, την εκφραστικότητα του προσώπου και των κινήσεων των χεριών του. Είναι η συν-δόνηση αισθητηριακών διεγέρσεων του θεραπευτή με τις βιωματικές εξωτερικεύσεις του ασθενούς που εξασφαλίζει την ενσυναισθησία – τη διάγνωση που δεν αρκείται μόνον με την απαρίθμηση των συμπτωμάτων και την επιλογή μιας προσωπικής θεραπευτικής προοπτικής. Είναι προφανές ότι μία ανάλογη θεραπευτική και διαγνωστική στρατηγική – η οποία στηρίζεται στην ουμανιστική παράδοση της ψυχιατρικής – δεν μπορεί να ολοκληρωθεί κατά την εξέταση ενός αλλοδαπού με μειωμένες τις εκφραστικές-επικοινωνιακές του ικανότητες. Οπότε και πάλι προκύπτει το θέμα της μεταφραστικής αρωγής και των επιπτώσεων που έχει η παρουσία ενός τρίτου προσώπου.

Κατά την άποψη μου, και παρά τις δυσκολίες που συναντούμε,μία προοδευτική διαπολιτισμική ψυχιατρική υπό την ευρύτερη έννοια του όρου,πρέπει να είναι προσανατολισμένη στην περιγραφή του συγκεκριμένου ασθενούς γιατί έτσι αποκτά η καθαυτή καθολικότερη μοίρα του την αμεσότητα και απτότητα,την ανάπλαση των δικών του βιωμάτων εντός του δικού μας Εγώ, την εγγραφή της ως μνημονικό υλικό. Αντιστρόφως το άτομο εξαλείφεται, χάνει την υπόστασή του εντός των στατιστικών καταγραφών – απαραίτητων βεβαίως για την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων, αλλά δίχως να διαθέτουν τα σαφή περιγράμματα που διακρίνουν την προσωπική βιογραφία.

Οι δυσκολίες που συναντούμε κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας μας με τους πρόσφυγες, προερχόμενους από διάφορους πολιτισμικούς κύκλους, δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την ψυχική τους ιδιοσυστασία και το ψυχικό τους άλγος. Οι δυσκολίες δεν είναι ανυπέρβλητες. Τα χαρακτηριστικά των ψυχοπαθολογικών αποκλίσεων, συμπτωμάτων, νευρώσεων ή ψυχώσεων παραμένουν διαπολιτισμικά αναγνωρίσιμα γιατί είναι σε οικουμενική κλίμακα τα ίδια. Σ’ αυτή τη συγκρισιμότητα εδράζονται τα διεθνή ταξινομικά συστήματα της ψυχοπαθολογίας τα οποία – μία επίσης απόδειξη της ισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους – είναι κοινά για όλους τους πάσχοντες.

About the Author

Νίκος Τζαβάρας

Ψυχίατρος – Ψυχαναλυτής, Επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας.

Back to Top

Λάβετε τα τελευταία άρθρα στο email σας

Awesome sauce!

Thank you! Your submission has been received!

Oops! Something went wrong while submitting the form :(

Άλλα άρθρα της ίδιας κατηγορίας