Ποια Δημόσια Υγεία θέλουμε: Συμπράξεις με τον ιδιωτικού τομέα αλλά και με MKO

Η έκφραση του κρατικισμού, υπό την έννοια της εμπλοκής του κράτους σε όλες τις δραστηριότητες, έχει βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία. Συνεπώς, συχνά υπάρχει σύγχυση μεταξύ «κράτους» και «δημόσιου» και πολλές φορές οι δύο αυτές έννοιες ταυτίζονται.

Η έκφραση του κρατικισμού, υπό την έννοια της εμπλοκής του κράτους σε όλες τις δραστηριότητες, έχει βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία. Συνεπώς, συχνά υπάρχει σύγχυση μεταξύ «κράτους» και «δημόσιου» και πολλές φορές οι δύο αυτές έννοιες ταυτίζονται. Ο τομέας της υγείας είναι ένα πεδίο όπου το «δημόσιο» θεωρείται κρατικό και στο μυαλό πολλών ανθρώπων δεν νοείται αλλιώς. Η ερμηνεία δε αυτή, διαχρονικά, έχει εμποδίσει τις συμπράξεις μεταξύ κρατικών και ιδιωτικών δραστηριοτήτων και σε πολλές περιπτώσεις δεν έχει επιτρέψει την αποτελεσματική διεκπεραίωση του έργου που οφείλει μια οργανωμένη πολιτεία να παρέχει. Η παροχή υγείας στη χώρα μας έχει υπάρξει ένα κλασικό  παράδειγμα όπου κάτι που από τη φύση του θα πρέπει να έχει στοιχεία δημόσιου αγαθού, δεν παρέχεται αποτελεσματικά διότι παρέχεται σε μεγάλο βαθμό από το κράτος. Και αυτό λόγω ιδεοληπτικών περιορισμών και χωρίς καμία βάση αποτελεσματικότητας ή κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η υγεία αποτελεί ένα αγαθό που συνδέεται με την ποιότητα της ζωής σε μια κοινωνία , αλλά και, τεκμηριωμένα πλέον, με την παραγωγικότητα της οικονομίας (ένας υγιέστερος πληθυσμός είναι συνολικά παραγωγικότερος από έναν λιγότερο υγιή πληθυσμό και οι επιδόσεις αυτές εκφράζονται πολλαπλασιαστικά μέσα στην οικονομία, δημιουργώντας περαιτέρω θετικές επιπτώσεις με τον επιπλέον πλούτο που παράγει ο υγιέστερος πληθυσμός, και ούτω καθεξής). Ως εκ τούτου, η διασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου δημόσιας υγείας είναι ξεκάθαρη αρμοδιότητα του κράτους. Παράλληλα, η κρατική αυτή δράση, θέτει και τις βάσεις για την οικονομική ανάπτυξη, που με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται, ενώ εμφανώς εξασφαλίζει την ποιότητα της ζωής και την κοινωνική δικαιοσύνη, μέσω των επενδύσεων στην υγεία. Και είναι φυσικό να πρέπει, όπως και για κάθε επένδυση, οι αποδόσεις των επενδύσεων στην υγεία να μετριούνται. Επιπλέον τούτου, τέτοιες μετρήσεις έχουν νόημα να γίνονται εντός του συγκεκριμένου πλαισίου μιας οικονομίας, μια και για κάθε οικονομία τα αποτελέσματα θα είναι διαφορετικά. Με άλλα λόγια, αυτό που τελικά έχει νόημα, είναι να γνωρίζουμε πόσο αποδίδει η κάθε ενέργεια σχετικά με την υγεία, όχι μόνο σε σχέση με τα άτομα που επηρεάζει, αλλά κυρίως στη μακρο-οικονομία. Δηλαδή, να μπορεί η δράση στην υγεία να προβάλλεται στους Εθνικούς Λογαριασμούς της χώρας και συνεπώς  να αποτυπώνεται η προστιθέμενη αξία μίας παρέμβασης σε αξίες - χρήματα και επιπλέον δραστηριότητα – απασχόληση.

Η εξασφάλιση ενός επιθυμητού επιπέδου υγείας, ως κοινωνική και αναπτυξιακή προϋπόθεση, θα πρέπει να στοχοθετείται από το κράτος, αλλά πάντα σε συνάρτηση των οικονομικών δυνατοτήτων που υπάρχουν. Και φυσικά, η κάθε δραστηριότητα που συμβάλει στην εξασφάλιση της δημόσιας υγείας,ανεξαρτήτως με το αν προέρχεται από τον κρατικό ή μη-κρατικό φορέα, θα πρέπει να μπαίνει σε αυτή την εξίσωση. Αυτό σημαίνει ότι η πάσης φύσης ιδιωτική δραστηριότητα που επιδρά στην υγεία, αλλά και οι δραστηριότητες για την υγεία της Κοινωνίας των Πολιτών (πρόληψη, πρωτοβάθμια, κοινωνική στήριξη κοκ.) που αφορούν στην υγεία του πληθυσμού, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να συνεκτιμώνται στην τελική μέτρηση της απόδοσης ενός συστήματος υγείας. Η κοινωνική δράση που πραγματοποιείται από άτομα ή ομάδες στο πλαίσιο των Μη-Κρατικών Οργανώσεων (ΜΚΟ), που δεν συνδέονται με το κράτος ούτε διοικούνται από αυτό, δεν είναι λογικό να αποτελούν εξαίρεση. Στη χώρα μας η δραστηριοποίηση των ΜΚΟ στον τομέα της υγείας έχει υπάρξει ιδιαίτερα σημαντική,κυρίως τα τελευταία χρόνια, λόγω των αθροιστικών πιέσεων που είχαν στο σύστημα υγείας ο συνδυασμός των πολύ αυξημένων και ανέλεγκτων προσφυγικών ροών με τις αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης  στους προϋπολογισμούς της υγείας. Ωστόσο, το σύστημα υγείας συνεχίζει και αντιμετωπίζει μεμονωμένα τους φορείς που συνεισφέρουν στην δημόσια υγεία και όχι όπως θα έπρεπε, δηλαδή ως ενιαίο σύνολο.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα,παρουσιάστηκε ένα πρόγραμμα για την Υγεία που θέτει στόχους για ένα υψηλό επίπεδο υγείας του πληθυσμού, όπως συμβαίνει σε όλα τα προηγμένα κράτη του κόσμου. Ανεξάρτητα από την επιμέρους κριτική που θα μπορούσε να ασκήσει κάποιος στην πρόταση αυτή,είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι για πρώτη φορά τίθενται συγκεκριμένοι και μετρήσιμοι στόχοι για την πρόληψη και την κάλυψη της πρωτοβάθμιας φροντίδας. ‘Ίσως το σπουδαιότερο απ’ όλα, ωστόσο, είναι ότι βασική αρχή που διέπει την πρόταση είναι ότι η παροχή της υγείας θα γίνεται μέσω συμπράξεων ιδιωτικής και κρατικής δράσης, κατά περίπτωση και ανάλογα με το ποιο είναι το βέλτιστο μείγμα. Δηλαδή θέτονται οι στόχοι για τη δημόσια υγεία που θέλουμε και στη συνέχεια αποφασίζεται με ποιο τρόπο αυτοί θα επιτευχθούν καλύτερα. Με βάση την εμπειρία στα χρόνια της κρίσης, σε αυτό το πρότυπο υπάρχει πολύς χώρος για τη συντονισμένη δραστηριοποίηση των ΜΚΟ και αυτή είναι μια ευκαιρία που δεν θα πρέπει να χαθεί.Η κρίσιμη εξ’ άλλου εμπειρία των Γιατρών του Κόσμου στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια στην πρόληψη και στην παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα ορθής και αποτελεσματικής πρακτικής που θα είναι κρίμα να μην αξιοποιηθεί εντός ενός νέου πλαισίου για την υγεία.

O Συγγραφέας

Εμμανουήλ Αλεξανδράκης

Ο Δρ. Εμμανουήλ Αλεξανδράκης, είναι Καθηγητής στο MBA International του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (π. ΑΣΟΕΕ), με αντικείμενο τη Στρατηγική στον Τομέα Υγείας. Παράλληλα, είναι Επικεφαλής Ανάπτυξης Ερευνών του Ανεξάρτητου Γερμανικού Οικονομικού Ερευνητικού Ινστιτούτου WifOR και μέλος του Τομέα Υγείας στη Νέα Δημοκρατία.

Back to Top

Λάβετε τα τελευταία άρθρα στο email σας

Awesome sauce!

Thank you! Your submission has been received!

Oops! Something went wrong while submitting the form :(

Άλλα άρθρα της ίδιας κατηγορίας