Το ιταλικό σύστημα υποδοχής δέχεται επίθεση.

Τα τελευταία 5 χρόνια η Ιταλία δέχεται σημαντική πίεση, καθώς κάθε χρόνο υποδέχεται 150.000 και πλέον αιτούντες άσυλο και μετανάστες, μέσω της διαδρομής της Κεντρικής Μεσόγειου (Λιβύη-Ιταλία ). H χώρα έχει ήδη αντιμετωπίσει ανθρωπιστικές κρίσεις στο πρόσφατο παρελθόν. Ωστόσο, κατέστη γρήγορα σαφές ότι οι ροές τόσο από την Αφρική όσο και από την Ασία θα αυξάνονταν και ότι ο αριθμός των εισερχομένων θα ήταν μεγαλύτερος από ό,τι στο παρελθόν, παρά τους κινδύνους και τους αυξημένους θανάτους κατά τη μετάβαση.

 

Τα τελευταία 5 χρόνια η Ιταλία δέχεται σημαντική πίεση, καθώς κάθε χρόνο υποδέχεται 150.000 και πλέον αιτούντες άσυλο και μετανάστες, μέσω της διαδρομής της Κεντρικής Μεσόγειου (Λιβύη-Ιταλία ). H χώρα έχει ήδη αντιμετωπίσει ανθρωπιστικές κρίσεις στο πρόσφατο παρελθόν.Ωστόσο, κατέστη γρήγορα σαφές ότι οι ροές τόσο από την Αφρική όσο και από την Ασία θα αυξάνονταν και ότι ο αριθμός των εισερχομένων θα ήταν μεγαλύτερος από ό,τι στο παρελθόν, παρά τους κινδύνους και τους αυξημένους θανάτους κατά τη μετάβαση. Οι ροές μειώθηκαν σημαντικά μόλις το καλοκαίρι του 2017, ως αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ της ιταλικής κυβέρνησης και των λιβυκών αρχών για τη διακοπή των αναχωρήσεων. Η εν λόγω συμφωνία, η οποία θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία του τότε υπουργού Εσωτερικών της Ιταλίας, Marco Minniti, ήταν και παραμένει αμφιλεγόμενη καθώς επέτρεψε τη μετατροπή πρώην πολιτοφυλάκων σε συνοριοφύλακες της λιβυκής ακτογραμμής που ανέλαβαν και τη διαχείριση των διαβόητων κέντρων κράτησης μεταναστών. Μετά από αυτήν τη συμφωνία, τα τελευταία δύο χρόνια υιοθετήθηκε καταπιεστική προσέγγιση ως προς τις ανθρωπιστικές οργανώσεις και τις ΜΚΟ που προχωρούν στη διάσωση μικρών λέμβων στα ανοιχτά της θάλασσας.

 

Την ίδια περίοδο η αύξηση του αριθμού αιτήσεων ασύλου στην Ιταλία άσκησε σημαντική πίεση στις εγκαταστάσεις υποδοχής της χώρας. Το εθνικό σχέδιο που καταρτίστηκε το 2014 προβλέπει τη συνεργασία κεντρικής εξουσίας και περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοίκησης με σκοπό τη δημιουργία ενός δομημένου συστήματος υποδοχής και ενσωμάτωσης ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας. Το σύστημα προβλέπει την προσωρινή ταυτοποίηση,τον ιατρικό έλεγχο και τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων κατά την άφιξη των μεταναστών στα κέντρα πρώτης υποδοχής (CPSA, Centri di primo soccorso e accoglienza), τα οποία αντικαταστάθηκαν από τα Hotspot το 2015. Στη συνέχεια, οι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο μεταφέρονται σε εγκαταστάσεις υποδοχής πρώτης γραμμής, όπου θα πρέπει να παραμείνουν για σύντομο χρονικό διάστημα, προτού μεταφερθούν στα κέντρα του συστήματος προστασίας αιτούντων άσυλο και προσφύγων (SPRAR). Το εν λόγω σύστημα προστασίας, το οποίο δημιουργήθηκε το 2002, αποτελείται από ένα δίκτυο αρχών της τοπικής αυτοδιοίκησης που αναπτύσσουν και υλοποιούν προγράμματα υποδοχής για ανθρώπους που υποχρεώνονται να μεταναστεύσουν. Πρόκειται για ολοκληρωμένες δομές που παρέχουν μαθήματα Ιταλικών, ενημέρωση σχετικά με νομικά ζητήματα και συνδρομή στην επίτευξη συνολικής αυτονομίας και την εύρεση εργασίας. Ωστόσο,καθώς το σύστημα SPRAR δεν ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει στις αυξανόμενες αφίξεις, υλοποιήθηκε ένα δεύτερο σύστημα, το οποίο προβλέπει κέντρα έκτακτης (ή πρώτης) υποδοχής (CAS). Αρχικά δημιουργήθηκαν ως προσωρινές εγκαταστάσεις κατά την κρίση του 2011 στη Βόρειο Αφρική, μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Καντάφι στη Λιβύη.Πλέον αποτελούν τμήμα του ιταλικού συστήματος υποδοχής και φιλοξενούν ανθρώπους για αρκετούς μήνες. Παρέχουν μόνο βασική υποστήριξη – συνήθως στέγη, σίτιση και υποτυπώδη χρηματική ενίσχυση. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι αυτό ποικίλλει από περιοχή σε περιοχή, καθώς κάποια κέντρα CASπαρέχουν επίσης μαθήματα γλώσσας και άλλους τρόπους υποστήριξης της ενσωμάτωσης.

 

Πέρυσι τον Δεκέμβριο, το ιταλικό κοινοβούλιο εξέδωσε τον νέο νόμο περί μετανάστευσης και ασφαλείας (132/2018), τον οποίο κατέθεσε ο νέος υπουργός Εσωτερικών, Matteo Salvini, και ο οποίος ψηφίστηκε με την υποστήριξη της τρέχουσας κυβέρνησης. Ο νόμος προβλέπει πολλές σημαντικές αλλαγές σε επιμέρους ζητήματα που συνδέονται με τη διαχείριση της μετανάστευσης, όπως, μεταξύ άλλων, η κατάργηση της ανθρωπιστικής προστασίας,ήτοι της πλέον συνήθους μορφής προστασίας που παρέχεται σε αλλοδαπούς. Το σημαντικότερο είναι ότι ο νόμος υπονομεύει το ως άνω σύστημα υποδοχής και αλλάζει τη λογική αυτού.  

 

Το δίκτυο εγκαταστάσεων υποδοχής SPRAR, το οποίο είχε χαρακτηριστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως ορθή πρακτική, έχει αντικατασταθεί από ένα σύστημα προστασίας δικαιούχων διεθνούς προστασίας και ασυνόδευτων ανηλίκων (SIPROIMI). Πριν από το διάταγμα του Salvini περί ασφαλείας (όπως αποκαλείται ο εν λόγω νόμος),το σύστημα SPRAR παρείχε υπηρεσίες τόσο σε αναγνωρισμένους πρόσφυγες όσο και σε δικαιούχους επικουρικής προστασίας ή άτομα με προσωρινή άδεια παραμονής στην Ιταλία για ανθρωπιστικούς λόγους. Από τον Δεκέμβριο του 2018 η νέα δομή SIPROIMI φιλοξενεί αποκλειστικά αλλοδαπούς ασυνόδευτους ανηλίκους, δικαιούχους διεθνούς προστασίας και όσους έχουν ειδική άδεια διαμονής. Αντιθέτως,εξαιρούνται όσοι έχουν άδεια για ανθρωπιστικούς λόγους και οι αιτούντες άσυλο των οποίων οι αιτήσεις εκκρεμούν. Αρκετές περιφέρειες έχουν ήδη κάνει νύξεις σε δικαιούχους ανθρωπιστικής προστασίας να αποχωρήσουν από τα κέντρα υποδοχής.

 

Ο νέος νόμος περιόρισε το σύστημα υποδοχής δεύτερης γραμμής (SPRAR), το οποίο αποσκοπούσε στην ενσωμάτωση των δικαιούχων και την ένταξή τους στην αγορά εργασίας παρέχοντας ένα ολοκληρωμένο πακέτο υπηρεσιών, και ενίσχυσε τα κέντρα έκτακτης υποδοχής (CAS), τα οποία παρέχουν πολύ πιο στοιχειώδη υποστήριξη. Ένας από τους κύριους σκοπούς αυτής της μεταρρύθμισης είναι η μείωση του κόστους του συστήματος υποδοχής, χωρίς ωστόσο να λαμβάνεται υπόψη το επιμέρους κόστος που μπορεί να επιφέρει μια τέτοια μείωση, δημιουργώντας θύλακες απόγνωσης και εκμετάλλευσης αιτούντων άσυλο και δικαιούχων άδειας για ανθρωπιστικούς λόγους.

 

Επιπλέον, τα κέντρα υποδοχής δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούνται ως διεύθυνση κατοικίας των φιλοξενουμένων. Η έλλειψη διεύθυνσης κατοικίας μπορεί να περιορίσει σημαντικά την πρόσβαση των ανθρώπων αυτών σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες –υγείας, εκπαίδευσης, απασχόλησης– που παρέχονται από την τοπική αυτοδιοίκηση και προϋποθέτουν αποδεικτικά διαμονής(έστω προσωρινής) στην εκάστοτε περιοχή. Αρκετές πόλεις, όπως η Φλωρεντία, το Μιλάνο, η Νάπολη, η Πάρμα και το Παλέρμο, και περιφέρειες, με πρώτες τις Εμίλια Ρομάνα, το Πιεμόντε, την Τοσκάνη και την Ούμπρια, καθώς και οι οικείες τοπικές και περιφερειακές αρχές ακυρώνουν στην πράξη αυτούς τους νέους κανόνες και προσπαθούν να διατηρούν το δίκτυο υποστηρικτικών υπηρεσιών όσο πιο ανοιχτό γίνεται. Οι δήμαρχοι των ανωτέρω πόλεων εξακολουθούν να εγγυώνται την καταχώρηση διεύθυνσης κατοικίας των αιτούντων άσυλο στα αντίστοιχα μητρώα καιοι περιφερειάρχες έχουν προσφύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο για την ακύρωση του νόμου.

 

O Συγγραφέας

Prof. Anna Triantafyllidou

Η Αννα Τριανταφυλλίδου είναι Καθηγήτρια στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, στο Robert Schuman Centre for Advanced Studies.

Dr Caterina Francesca Guidi

Research Fellow and Project Coordinator Robert Schuman Centre for Advanced Studies (RSCAS) European University Institute (EUI)

Back to Top

Λάβετε τα τελευταία άρθρα στο email σας

Awesome sauce!

Thank you! Your submission has been received!

Oops! Something went wrong while submitting the form :(

Άλλα άρθρα της ίδιας κατηγορίας