Η Στέλλα Νάνου Εκπρόσωπος Τομέα Επικοινωνίας και Ενημέρωσης της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, απαντά στις ερωτήσεις των Γιατρών του Κόσμου

Το ζήτημα της προσφυγικής κρίσης παραμένει κεντρικό, παρότι συνολικά μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Ελλάδα έχει βγει από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

  1. Πάγιο αίτημα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες είναι η μεταφορά αιτούντων άσυλο από τα νησιά στην ενδοχώρα. Την ώρα που η κρίσιμη κατάσταση στα νησιά του Αιγαίου παραμένει, ποιες ενέργειες απαιτούνται για να  βελτιωθεί η κατάσταση;  

Είναι γεγονός ότι η κατάσταση στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ιδιαίτερα στη Σάμο και τη Λέσβο, παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Για όλους: για τους χιλιάδες ξεριζωμένους ανθρώπους, μεταξύ των οποίων πολλές γυναίκες και παιδιά, που συνωστίζονται σε άθλιες και επικίνδυνες συνθήκες που τσακίζουν καθημερινά την αξιοπρέπειά τους. Για τις τοπικές κοινωνίες και τους φορείς που τις συγκροτούν που βιώνουν από πολύ κοντά τις επιπτώσεις αυτής της κατάστασης και αισθάνονται ότι σηκώνουν ένα δυσανάλογο βάρος.  Για τους πολίτες των τοπικών αυτών κοινωνιών,οι οποίοι έχουν επιδείξει  αξιοθαύμαστα αισθήματα αλληλεγγύης, τα οποία  τίθενται σε δοκιμασία, όσο οι συνθήκες αυτές δεν βελτιώνονται. Για τους εργαζόμενους σε κρατικούς φορείς, διεθνείς οργανισμούς, μη κυβερνητικές οργανώσεις, ομάδες εθελοντών, που βρίσκονται μέσα στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης, ή στους χώρους γύρω από αυτά, οι οποίοι έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με μια πολύ σκληρή πραγματικότητα που τους ξεπερνά.    

Ως Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έχουμε επανειλημμένα προβεί σε εκκλήσεις για την αντιμετώπιση των συνθηκών στα κέντρα υποδοχής στα νησιά. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η κατάσταση στη Μόρια, στο Βαθύ και αλλού δεν προέκυψε χθες ούτε πρόκειται να λυθεί αύριο. Χρειάζονται γρήγορες και συντονισμένες δράσεις σε πολλά επίπεδα ώστε να αντιμετωπιστούν καταρχήν τα προβλήματα πρώτης ανάγκης για τους ανθρώπους αυτούς και να  δοθεί μια ανακούφιση. Ωστόσο η στόχευση θα πρέπει να αφορά στην εξεύρεση λύσεων μονιμότερου χαρακτήρα.

Είναι ιδιαίτερα θετικό ότι οι αρχές κινητοποιήθηκαν και εντατικοποίησαν πρόσφατα τις μεταφορές στην ενδοχώρα. Τον Σεπτέμβριο και το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτώβρη,  σχεδόν 3.900 αιτούντες άσυλο μεταφέρθηκαν, με την υποστήριξη και της Ύπατης Αρμοστείας, σε χώρους φιλοξενίας και σε διαμερίσματα στην ηπειρωτική χώρα.Ελπίζουμε να ενισχυθούν αυτές οι προσπάθειες, τις οποίες θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε, όχι μόνο σε υλικοτεχνικό επίπεδο αλλά και με τη βοήθεια που προσφέρουμε στις ελληνικές αρχές για την ανάπτυξη τεχνογνωσίας και την ενίσχυση της επιχειρησιακής τους ανταπόκρισης. Παράλληλα, πρέπει να βελτιωθούν άμεσα οι συνθήκες στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης, τόσο σε επίπεδο υλικών συνθηκών,ώστε να μην αναγκάζονται οι πρόσφυγες να μένουν σε πρόχειρες σκηνές και αυτοσχέδια καταλύματα με τρομερά ανεπαρκείς συνθήκες υγιεινής, αλλά και σε επίπεδο παροχής υπηρεσιών, ειδικά σε ό,τι αφορά τις αυξημένες ανάγκες τους σε ιατρική και ψυχοκοινωνική φροντίδα. Οι συνάδελφοί μας στα κέντρα αυτά βλέπουν καθημερινά ανθρώπους από εμπόλεμες ζώνες, με τραύματα ψυχολογικά και σωματικά.Η παρατεταμένη διάρκεια παραμονής των ανθρώπων αυτών σε συνθήκες εξαιρετικά αντίξοες επιφέρει πρόσθετες συνέπειες και επιβαρύνει την ψυχική τους υγεία. Για τον λόγο αυτόν, ένα ακόμα ζητούμενο, πέρα από την ενίσχυση των παρεχόμενων υπηρεσιών (ιατρικών, ψυχοκοινωνικών, ενημέρωσης, νομικής βοήθειας, κτλ), είναι και η επίσπευση των διοικητικών διαδικασιών, έτσι ώστε όσοι από τους ανθρώπους αυτούς κρίνεται ότι έχουν το δικαίωμα,  να μεταφέρονται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα στην ενδοχώρα.    

Και ενώ όλα τα παραπάνω είναι επειγόντως αναγκαία ως μέτρα για άμεση ανακούφιση, σημαντικό είναι να υπάρξει σε μακροπρόθεσμο επίπεδο μέριμνα,  ώστε να δοθεί προτεραιότητα σε πολιτικές ένταξης των προσφύγων που τελικά θα παραμείνουν στη χώρα καθώς και στη διευκόλυνση των διαδικασιών οικογενειακής επανένωσης για όσους έχουν συγγενείς σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένα ακόμα πάγιο αίτημα της Ύπατης Αρμοστείας είναι ότι χώρες, όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. και δέχονται εκ των πραγμάτων τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων και μεταναστών, χρειάζονται την έμπρακτη αλληλεγγύη της Ευρώπης, όχι μόνο με όρους παροχής οικονομικής βοήθειας, αλλά και σε επίπεδο ουσιαστικού επιμερισμού των ευθυνών.

 Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι σε αντίθεση με την επικρατούσα αντίληψη, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους(86%) δεν έχουν βρει καταφύγιο στην Ευρώπη ή στον πλούσιο Βορρά αλλά προσπαθούν να επιβιώσουν στις φτωχότερες χώρες του κόσμου.
  1. Το ζήτημα της προσφυγικής κρίσης παραμένει κεντρικό, παρότι συνολικά     μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Ελλάδα έχει βγει από την κατάσταση έκτακτης     ανάγκης. Θεωρείτε ότι υπάρχουν φόβοι για μια επανάληψη της περιόδου 2015 –     2016;

Το 2015-2016 ήταν όντως μια περίοδος «κρίσης» για την Ελλάδα και την Ευρώπη, οι οποίες δεν φάνηκαν έτοιμες να διαχειριστούν τις αφίξεις μεγάλου αριθμού προσφυγικού πληθυσμού (άνω του 1 εκατομμυρίου) και τα προβλήματα που ακολούθησαν εξαιτίας ακριβώς αυτής της αδυναμίας διαχείρισης. Τον Μάρτιο του 2016, χρονικό σημείο όπου σφραγίζει η λεγόμενη «Βαλκανική οδός» και αρχίζει η εφαρμογή της Κοινής Δήλωσης Ε.Ε.-Τουρκίας, οι ροές αρχίζουν σταδιακά να μειώνονται. Σήμερα, δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για «προσφυγική κρίση» στην Ευρώπη, οι αριθμοί είναι σημαντικά χαμηλότεροι σε σύγκριση με την περίοδο 2015-2016, και η κατάσταση μπορεί να είναι διαχειρίσιμη. Ωστόσο, συνεχίζουν να υπάρχουν μεγάλες προκλήσεις, όπως  προβληματικές συνθήκες διαβίωσης και θέματα ασφαλείας σε κέντρα υποδοχής, καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση των αιτημάτων ασύλου, αργοί ρυθμοί οικογενειακής επανένωσης, περιορισμένες ευκαιρίες ένταξης για όσους εν τέλει θα μείνουν στην Ελλάδα ως αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, θέματα που χρήζουν αντιμετώπισης μέσω ενός στρατηγικού και συνολικού σχεδιασμού, ώστε να μην προκύπτουν συνεχώς μικρές ή μεγάλες «κρίσεις».  Η ουσιαστική συμβολή όλων, των ευρωπαϊκών,εθνικών και τοπικών αρχών, των διεθνών οργανισμών, των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, της ίδιας της τοπικής κοινωνίας, του κάθε πολίτη ξεχωριστά, είναι κρίσιμης σημασίας  για τη διαχείριση ενός  ζητήματος  που, ας μην το ξεχνάμε, αφορά πρώτα και κύρια ανθρώπους που έχουν χάσει σχεδόν τα πάντα, έχουν βιώσει ανείπωτες καταστάσεις και το μόνο που αναζητούν είναι έναν τόπο για να μπορέσουν να χτίσουν τη ζωή τους από την αρχή.   Από τη μεριά μας, ως Ύπατη Αρμοστεία θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε τις ελληνικές αρχές στην αντιμετώπιση των προκλήσεων και στην αναζήτηση αποτελεσματικών λύσεων.

Σε γενικότερο επίπεδο εκτίμησης των εξελίξεων, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν και σε τι ποσοστό οι ροές μπορεί να αυξηθούν στο μέλλον.Δυστυχώς, σε παγκόσμιο επίπεδο, τα πράγματα δεν είναι πολύ αισιόδοξα, καθώς ο αναγκαστικός εκτοπισμός βρίσκεται σε φάση όξυνσης και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να κινητοποιεί πρωτίστως την κοινή γνώμη διεθνώς. Πολιτική αστάθεια,βίαιες συγκρούσεις, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων προκαλούν συνεχώς νέα κύματα προσφύγων και θέτουν σε δοκιμασία τις χώρες πρώτης υποδοχής, το διεθνές ανθρωπιστικό σύστημα και τα αισθήματα αλληλεγγύης κρατών και πολιτών. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι σε αντίθεση με την επικρατούσα αντίληψη, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους(86%) δεν έχουν βρει καταφύγιο στην Ευρώπη ή στον πλούσιο Βορρά αλλά προσπαθούν να επιβιώσουν στις φτωχότερες χώρες του κόσμου.

Ένα σοβαρό ζήτημα που παραμένει στην περιοχή του Έβρου είναι οι αναφορές για άτυπες αναγκαστικές επιστροφές, κάτι που η Ύπατη Αρμοστεία έχει θέσει επανειλημμένα στις ελληνικές αρχές, καλώντας για την ενδελεχή διερεύνηση τέτοιων ισχυρισμών, καθώς και για τη λήψη προληπτικών μέτρων ενάντια στις πρακτικές αυτές.  
  1. Στο πρόσφατο παρελθόν η Ύπατη Αρμοστεία με ανακοίνωσή της απηύθυνε έκκληση προς τις ελληνικές αρχές να βελτιώσουν την ικανότητα υποδοχής στον Έβρο αλλά και τις συνθήκες διότι είχε παρατηρηθεί αύξηση των αφίξεων  προσφύγων μέσω των χερσαίων συνόρων. Θεωρείτε ότι έχουν ληφθεί σχετικά  μέτρα; Ποια είναι η κατάσταση αυτή την στιγμή στον Έβρο;

Φέτος παρατηρούμε μια αξιοσημείωτη αύξηση στις χερσαίες αφίξεις μέσω Έβρου, σε σύγκριση με πέρυσι(3.800 ολόκληρο το 2017, σε σύγκριση με 12.200 μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου του 2018). Ωστόσο, δεν πρόκειται για καινούριο φαινόμενο. Ας μην ξεχνάμε ότι την περίοδο 2010-2012, μετά την απομάκρυνση των ναρκών, μέχρι και 300 άτομα μπορεί να εισέρχονταν καθημερινά μέσω Έβρου ενώ είχαν καταγραφεί 100 διαφορετικές εθνικότητες, συνήθως με προορισμό τη βόρεια και κεντρική Ευρώπη.

Αυτή τη στιγμή, το μόνο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης στην περιοχή (Φυλάκιο) συνεχίζει να βρίσκεται υπό πίεση λόγω των αυξημένων αφίξεων. Οι ανάγκες των νεοεισερχομένων είναι πολλές καθώς πρόκειται κυρίως για οικογένειες με παιδιά, ανθρώπους με ευαλωτότητες και ασυνόδευτα ανήλικα. Σε σύγκριση με τον Απρίλιο, όταν η Ύπατη Αρμοστεία είχε απευθύνει σχετική έκκληση στην ελληνική κυβέρνηση για την κατάσταση στον Έβρο, έχει υπάρξει μια βασική βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, ιδίως στον τομέα της παιδικής προστασίας και της πρωτοβάθμιας ιατρικής φροντίδας, με τη συμβολή φορέων και οργανώσεων που τώρα πλέον λειτουργούν στο ΚΥΤ. Έχει επίσης μειωθεί το χρονικό διάστημα (από μήνες σε λίγες μέρες) που νεοαφιχθέντες μπορεί να κρατούνται σε αστυνομικές δομές, προτού οδηγηθούν στο ΚΥΤ. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές προκλήσεις που παραμένουν και αυτές αφορούν κυρίως το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι αφήνονται μεν ελεύθεροι από τις αρχές αλλά χωρίς να τους παρέχεται η κατάλληλη πληροφόρηση για τη διαδικασία ασύλου και τις επιλογές που έχουν, χωρίς να γίνεται έλεγχος της ευαλωτότητάς τους ούτε παραπομπή τους σε αρμόδιες υπηρεσίες στήριξης. Επίσης, καθώς βρισκόμαστε στην έναρξη της χειμερινής περιόδου, θα πρέπει επειγόντως να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες συντήρησης στο ΚΥΤ, ώστε να μπορεί να προσφέρει αξιοπρεπείς συνθήκες φιλοξενίας στους νεοεισερχομένους. Ένα σοβαρό ζήτημα που παραμένει στην περιοχή του Έβρου είναι οι αναφορές για άτυπες αναγκαστικές επιστροφές, κάτι που η Ύπατη Αρμοστεία έχει θέσει επανειλημμένα στις ελληνικές αρχές, καλώντας για την ενδελεχή διερεύνηση τέτοιων ισχυρισμών, καθώς και για τη λήψη προληπτικών μέτρων ενάντια στις πρακτικές αυτές.

 

4.      Το τελευταίο διάστημα παρακολουθήσαμε εκ νέου ξενοφοβικές συμπεριφορές,αυτή τη φορά εναντίον παιδιών προσφύγων, στη Χίο. Σας ανησυχεί αυτό το γεγονός και το ενδεχόμενο μιας ενδεχόμενης αύξησης των ξενοφοβικών περιστατικών στα νησιά;  

Τέτοια περιστατικά προκαλούν έντονη ανησυχία. Έχουμε δει και στο παρελθόν ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δύσκολα θέματα δεν αντιμετωπίζονται έγκαιρα και παραμένουν ανεπίλυτα, δημιουργείται μια χιονοστιβάδα επιδεινούμενων προβλημάτων και αδιεξόδων, με κόστος τόσο για τους ίδιους τους πρόσφυγες όσο και για τη συνοχή των τοπικών κοινωνιών. Είναι ένα πολύ επικίνδυνο μείγμα που ευνοεί την ανάπτυξη και εδραίωση ξενοφοβικών συμπεριφορών και ενός κλίματος πόλωσης και παραπληροφόρησης.  Απέναντι σε ένα τέτοιο κλίμα, απαιτείται ενημέρωση, κατανόηση και ευαισθησία γύρω από το προσφυγικό ζήτημα, καλλιέργεια του σεβασμού στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και φυσικά αναζήτηση λύσεων στα υπαρκτά προβλήματα, κάτι που δεν είναι εύκολο. Σίγουρα όμως η λύση δεν βρίσκεται στα κηρύγματα μίσους  ούτε στην περιθωριοποίηση ανθρώπων, και ειδικά παιδιών, που το μόνο που αναζητούν είναι μια ευκαιρία να αποκτήσουν ξανά μια φυσιολογική ζωή.  

 

 

5.      Έχουν γίνει βήματα όλο αυτό το διάστημα για την ενσωμάτωση/ένταξη των προσφύγων που«αναγκαστικά» θα παραμείνουν στην Ελλάδα; Ποιος είναι ο ρόλος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες σε αυτό τον τομέα;

Η Ύπατη Αρμοστεία δίνει ιδιαίτερη σημασία στην ένταξη των προσφύγων, κάτι που αποτυπώνεται και στη Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, η οποία  απαριθμεί τα βασικά κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα που συμβάλλουν στην ένταξη, καλώντας τα Κράτη να διευκολύνουν αυτή την αμφίδρομη διαδικασία. Το βασικό σημείο εκκίνησης όταν μιλάμε για ένταξη στην Ελλάδα είναι η παραδοχή ότι η χώρα μας δεν είναι πια χώρα διέλευσης/transit αλλά ένας τόπος όπου ένας αριθμός αναγνωρισμένων προσφύγων θα παραμείνουν, με στόχο να χτίσουν εδώ τη ζωή τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Άρα είναι απαραίτητο να δημιουργηθούν εκείνες οι προϋποθέσεις και συνθήκες που θα επιτρέψουν στους ανθρώπους αυτούς να σταθούν στα πόδια τους και να αποκτήσουν αυτονομία, μέσα από την πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, μαθήματα ελληνικών και επαγγελματικής κατάρτισης, πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στην εκπαίδευση και σε υπηρεσίες υγείας. Εκτός, από την κεντρική πολιτεία, καθοριστικό ρόλο στις προσπάθειες ένταξης παίζουν οι τοπικές κοινωνίες,οι Δήμοι και οι τοπικές αρχές, καθώς και η κοινωνία των πολιτών, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις πρακτικές δυσκολίες αυτής της διαδικασίας μέσα σε συνθήκες οικονομικής/κοινωνικής κρίσης στη χώρα.

Ως Ύπατη Αρμοστεία, είμαστε σε συνεχή επαφή με τις αρμόδιες αρχές για τη στήριξη του σχεδίου Εθνικής Στρατηγικής για την Ένταξη και την αποτελεσματική ένταξη των προσφύγων στα εθνικά συστήματα. Μέσα από το πρόγραμμα ESTIA για τη στέγαση και την ένταξη που υλοποιούμε από το 2016, με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τη συνεργασία με ελληνικές αρχές, δήμους και οργανώσεις, δημιουργείται σταδιακά μια νέα πραγματικότητα για τους πρόσφυγες, ξεκινώντας από κάτι πολύ βασικό: τη διαμονή τους σε συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρέπειας, σε διαμερίσματα μέσα στον αστικό ιστό, μακριά από τη λογική των καταυλισμών και των camps. Έτσι,έχουν ευκολότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης και της εκπαίδευσης, επιλέγουν οι ίδιοι πώς θα καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες μέσα από το μηνιαίο χρηματικό βοήθημα που λαμβάνουν ενώ έρχονται καθημερινά σε επαφή με τον κόσμο της πόλης, της γειτονιάς, του σχολείου, κτλ, κάτι που βοηθάει στην άμβλυνση των στερεοτύπων και τη σταδιακή ομαλή ένταξή τους σε ένα νέο περιβάλλον που τους σέβεται και το σέβονται.

  1. Κρίνετε ότι η συνεργασία των φορέων που παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες (ΜΚΟ και δημόσιοι φορείς) είναι εκτός από εφικτή και απαραίτητη για να βοηθηθούν στο μέγιστο δυνατό οι πρόσφυγες;

Φυσικά. Ο τομέας της υγείας είναι εξαιρετικά σημαντικός και οι πρόσφυγες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης τόσο κατά το στάδιο της πρώτης υποδοχής όσο και κατά τη διαδικασία ένταξης. Ως Ύπατη Αρμοστεία, ενθαρρύνουμε τη συνεργασία των αρχών με την κοινωνία των πολιτών και μη κυβερνητικές οργανώσεις όταν υπάρχουν επείγουσες ανάγκες σε συγκεκριμένους τομείς,όπως στην παροχή υγειονομικής περίθαλψης, αλλά και σε βάθος χρόνου. Η εμπειρία και η συμβολή των οργανώσεων μπορεί να ενισχύσει την ετοιμότητα και την αποτελεσματικότητα του εθνικού συστήματος υγείας, ειδικά σε πιο «δύσκολους»τομείς όπως είναι αυτός της ψυχικής υγείας, της αναπαραγωγικής  υγείας και της συνδρομής στους επιζώντες βασανιστηρίων.

 

About the Author

Στέλλα Νάνου

Εκπρόσωπος Τομέα Επικοινωνίας και Ενημέρωσης της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες

Back to Top

Λάβετε τα τελευταία άρθρα στο email σας

Awesome sauce!

Thank you! Your submission has been received!

Oops! Something went wrong while submitting the form :(

Άλλα άρθρα της ίδιας κατηγορίας